Τρίτη, 3 Φεβρουαρίου 2015

Άνθρωποι και πράγματα στο Αιθερικό Παλάτι. Καρδιές που καίγονται, μάχες που χάνονται και κερδίζονται. Οι μοίρες των κατοίκων του παλατιού μπλέκονται στη συγκλονιστική διήγηση του Κλίμαξ, της αιωνόβιας βιβλιοθήκης που τα ξέρει όλα κι ας είδε μοναχά λίγα. Τα βιβλία και τα πράγματα που πηγαινοέρχονταν στην αίθουσα των Βιβλίων, του είχαν μεταφέρει τους καυμούς και τους έρωτες των αφεντάδων τους απο πρώτο χέρι.

Κι αυτός που ξεκίνησε άψυχος, φρεσκολουστραρισμένος και κενός, κατάφερε να αναρριχηθεί στα σκαλοπάτια της συνείδησης, πάνω απ’ όλους κι από όλα και να φτάσει εκεί που τόσο λίγοι άνθρωποι φτάνουν στη διάρκεια της μικρής ζωής τους. Να νιώθει την απιστία, την προδοσία, τον μεγάλο έρωτα και τη μεγάλη απογοήτευση, τις πλεκτάνες και την ασωτία, τόσο λυτρωτικά σαν να λυμαίνονταν στο δικό του σώμα.

Σε αυτή τη σύντομη περιγραφή του μυθιστορήματος, εκτός από την παρουσίαση του συγγραφέα, μπορείτε να διαβάσετε ένα μικρό απόσπασμα από κάθε κεφάλαιο. Καλή ανάγνωση!


Πέμπτη, 13 Μαρτίου 2014

Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η συγγραφέας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και φοίτησε στο ΤΕΙ Αθηνών στο τμήμα Μάρκετινγκ (Εμπορίας και Διαφημίσεως Προϊόντων) στη Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας. Εργάστηκε για δύο δεκαετίες σε αυτόν τον χώρο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στη Σουηδία, όπου έζησε από το 1993 έως και το 2006. Από το 2007 ασχολήθηκε με την εμπορία κοσμήματος και από το 2012, άρχισε να συνθέτει η ίδια μια σειρά κοσμήματος που την ονόμασε, ΕΝΑΕΝΑ, www.enaena.eu.

Η Κατερίνα Χρυσογένη πάντοτε αγαπούσε τις λέξεις. Τον ήχο, την όψη και το νόημά τους.  Έπαιζε μαζί τους συστηματικά από μικρό κορίτσι, που όταν πέρασε στην εφηβεία, συνέχισε το λεκτικό παιχνίδι γράφοντας μικρά διηγήματα. Στην επαγγελματική της ζωή αργότερα, βρέθηκε και πάλι να παίζει με τις λέξεις, αυτή τη φορά συντάσσοντας διαφημιστικά κείμενα για απαιτητικούς διαφημιζόμενους. Γύρω στα 27 της χρόνια, παρασύρθηκε από τη φοβερή ιστορία που γεννήθηκε στο μυαλό της, στο να γράψει το πρώτο της μυθιστόρημα. Το πιο πρόσφατο και ιδιαίτερο μυθιστόρημά της, από την άποψη ότι γράφτηκε αρχικά στη σουηδική γλώσσα και κατόπιν αποδόθηκε από την ίδια τη συγγραφέα στα ελληνικά, μετά τον επαναπατρισμό της το 2006, είναι το παρόν. 

Περισσότερες πληροφορίες: http://goldengenus.blogspot.gr/


Η άφιξη στο Αιθερικό Παλάτι

- Είσαι τόσο νέος! Μου πέταξε κατάμουτρα. Δεν ξέρεις τίποτα από τον κόσμο κι ακόμη λιγότερο από τους ανθρώπους. Οι άνθρωποι είναι ένα μυστήριο είδος με πολύ κακούς σκοπούς, υποστήριξε, σίγουρο στο φτερούγισμά του. Πίστεψε με, εμένα που ξεφυλλίστηκα χίλιες φορές από τότε που τυπώθηκα το 1826!
«Εξαιρετική κατάσταση για ένα τόσο παλιό βιβλίο! Σκέφτηκα, αλλά παρ όλα αυτά του αντιγύρισα.
- Έτσι κι αλλιώς, δεν πρόκειται ποτέ να σε τοποθετήσουν σε ράφι δικό μου.
Το βιβλίο με πλησίασε τόσο, που άγγιξε το έβδομο ράφι μου.
- Θα καταλάβεις με τα χρόνια... με προκάλεσε για τελευταία φορά κι ύστερα φτερούγισε με τα τριακόσια φτερά του μακριά και κρύφτηκε πίσω στην γωνιά του, ανάμεσα στα ξεχασμένα ράφια της μεγάλης αίθουσας.
Τότε μόνο πρόσεξα, ότι τα φώτα στο παλάτι είχανε σβήσει και τα βιβλία είχανε τελειώσει με τις εξομολογήσεις τους, από μια πλούσια σε εμπειρίες μέρα στα ανθρώπινα χέρια. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι χτύποι της καρδιάς από το Βασίλειο των Ποιητών γύρω, σαν θλιμμένο ταμπούρλο.

Ξαφνικά ένοιωσα μόνος. Το βιβλίο είχε δίκιο. Ήμουν μονάχα μερικών μηνών. 

Η δεξίωση της Δάφνης

Κι έτσι έφθασε η μεγάλη μέρα. Η διακόσμηση είχε προφτάσει μέχρι σε μας στην μεγάλη αίθουσα των Βιβλίων και σκέπασε κάθε άλλη εντύπωση. Επιλεγμένα διακοσμητικά αντικείμενα ξεπηδούσαν εδώ και κει, φορτωμένα με τα πιο όμορφα λουλούδια από τους ξακουστούς Αιθερικούς Κήπους. Παντού στο Παλάτι στολίστηκαν όλα τα επίμαχα σημεία με λουλούδια και μετάξι, στο αγαπημένο χρώμα της κυρίας, το χρυσό.
Έξω, στον δυτικό αυλόγυρο του παλατιού που κρεμόταν μετέωρος πάνω από θεόρατα βράχια και μια μόνιμα αγριεμένη θάλασσα, στήσανε την ευρύχωρη σκηνή για τους μουσικούς που θα παίζανε απόψε για τα νέα και προνομιούχα ζευγάρια. Φανάρια από μπρούτζο που είχαν γυαλιστεί τόσο που μοιάζανε με χρυσάφι, φωτίζανε τον πυκνό κήπο κι οι καλεσμένοι άρχισαν να καταφθάνουν.

Ήμουν εκτός εαυτού από περιέργεια. Εκλιπαρούσα τα πράγματα και τα βιβλία που είχανε βρεθεί εκεί έξω, να μου αποκαλύψουν έστω και το πιο αδιάφορο συμβάν.

Η εκλογή του Πάρη

Ο Πάρις στεκόταν ακριβώς πλάι μου. Θα άφηνε μόλις πίσω στην θέση του το «Ανεμοδαρμένα ύψη» όταν η Δάφνη όρμησε μέσα στην αίθουσα με την συνηθισμένη ορμή της. Το σεβαστό βιβλίο παραλίγο να του πέσει απ’ τα χέρια. Με τρεμάμενο χέρι το τοποθέτησε πίσω στο ράφι του, και γύρισε προς το μέρος της.
- Τι κάνεις εδώ; την ρώτησε ανήσυχος. Δεν έχετε αναχωρήσει; Που είναι η μητέρα σου;
Οι ερωτήσεις ξεπηδούσαν ακράτητες από μέσα του. Αυτή δεν έμοιαζε να ενδιαφέρεται να απαντήσει καμία. Τον πλησίασε ατρόμητη για να του ανακοινώσει.
- Πάρη! μου είσαι τόσο αγαπητός που δεν βαστώ να σε αποχωριστώ. Δεν μπορώ να φύγω μακριά σου!

Αυτός βρέθηκε απροετοίμαστος. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί. Είχε χάσει πια τα συγκαλά της; Πώς τολμούσε να εναντιωθεί στη μητέρα της; Όλες οι προοπτικές του φαινόταν απαίσιες, μα δεν πρόλαβε να σκεφθεί άλλο καμιά τους. Τα τέλεια σχηματισμένα χείλη της σκύψανε κι ακούμπησαν τα δικά του για μια αιώνια στιγμή, πριν πετάξουν πάλι μακριά.

Φυγή από την εξουσία

Ο χρόνος ζύγιζε ξαφνικά τόνους και συνέθλιψε όλα μας τα σχόλια. Νιώθαμε μουδιασμένοι από τον κίνδυνο του ανθρωποκυνηγητού και κανείς μας δεν είχε όρεξη να συζητήσει την πιθανή κατάληξη. Είχαμε όλοι μας ταχτεί με το μέρος του Πάρη κι ευχόμασταν να κέρδιζε την Δάφνη και να ζούσε ευτυχισμένος μαζί της όλα του τα χρόνια κι ότι ο κύριος θα επέστρεφε στο Παλάτι χωρίς να έχει κοστίσει την ζωή κανενός.
Δεν μπόρεσα να βαστηχτώ άλλο και μια προσευχή ξεπήδησε από μέσα μου.

-          Μεγάλη μου Βελανιδιά και εσύ αιώνια μάνα γη, παρακάλεσα με ανείπωτο σπαραγμό, βοηθήστε δυο ανθρώπινες ψυχές που ποθούν τόσο να ανταμώσουν. Κάντε να ζήσουν και να γεράσουν μαζί και να δεχθούν τα δώρα της ζωής, με την ίδια ευγνωμοσύνη κι οι δυο τους...

Αυτός που ψάχνει, βρίσκει

Ένας μήνας παρά κάτι ημέρες πέρασε, και νωρίς ένα πρωί ακούσαμε επιτέλους την ιστορία από την πρώτη κυρία Οικοκυρικών στο παλάτι, που σκοπίμως απέκλεισα απ’ την διήγηση μου μέχρι τώρα, για να την κάνω ακόμη πιο σημαντική. Η σεβαστή από την τάξη των κυρίων και φοβία για την τάξη των υπηρετών, Μάργκαρετ, μας αποκάλυψε με τον πιο συγκλονιστικό τρόπο το ανατριχιαστικό νέο που μόλις είχε ακούσει.
Για πρώτη φορά από τότε που είχε πατήσει το πόδι της στο παλάτι, καταπάτησε τον όρκο που είχε δώσει στον κύριο και διάβηκε το κατώφλι της αίθουσας Βιβλίων.

Εμείς οι ακίνητοι που τόσα είχαμε ακούσει για το άγρυπνο μάτι της περίφημης οικονόμου, που υπηρετούσε τον κύριο της με απέραντη αφοσίωση, παγώσαμε και μόνο στην θέα της για να γίνουμε μετά χιλιάδες σκόρπια θρύμματα. Ήμασταν όλοι σίγουροι ότι κάτι ανεπανόρθωτο είχε συμβεί. Και μόνο που ακούμπησε το τέταρτό μου ράφι, μια αστραπή πετάχτηκε και έτρεξε σε όλο μου το σώμα και τα συμβάντα άρχισαν να ξεπηδάν ένα-ένα από το στόμα μου. Τα πράγματα και τα βιβλία με ακούγανε μαγεμένα.